Μια υπόθεση που το γραφείο μας αντιμετώπισε το προηγούμενο διάστημα και παρουσιάζει μεγάλο νομικό και πολιτικό ενδιαφέρον ήταν η παραπομπή σε δίκη σύσσωμου σχεδόν του Δημοτικού συμβουλίου Καλλιθέας, μετά τη μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση που κατέθεσε χρυσαυγίτης μέλος του εναντίον τους.

Συγκεκριμένα, το Δημοτικό συμβούλιο Καλλιθέας παραπέμφθηκε σε δίκη, με απευθείας κλήση, ενώπιον του Α Τριμελούς Πλημ/κείου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, επειδή στήριξε ομόφωνα (πλην των εκλεγμένων της Χρυσής Αυγής) ψήφισμα της παράταξης του ΔΣ Λαϊκή Συσπείρωση, με το οποίο καταδικαζόταν η εγκληματική πρακτική της ναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής και των εκπροσώπων της καθώς και η απαράδεκτη ενέργεια του εκπροσώπου της ναζιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή στο δημοτικό συμβούλιο, Τ. Μ. να μηνύσει τους εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους της Λαϊκής Συσπείρωσης Καλλιθέας.

Με λίγα λόγια, μετά από την πρώτη μήνυση σε βάρος των δημοτικών συμβούλων της Λαϊκής Συσπείρωσης Καλλιθέας και επειδή αυτή η απαράδεκτη ενέργεια καταδικάστηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο, ο συγκεκριμένος χρυσαυγίτης επανήλθε, μηνύοντας όλους τους δημοτικούς συμβούλους που ήταν παρόντες και ψήφισαν ομόφωνα το εν λόγω ψήφισμα, καθιστώντας το απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου! Και στις δύο μηνύσεις ο μηνυτής υποστήριξε ότι θίγεται η τιμή και η υπόληψή του επειδή χαρακτηρίστηκε η δράση της οργάνωσης στην οποία ανήκει εγκληματική και η ιδεολογία της ως ναζιστική.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο μηνυτής έχει διατελέσει στέλεχος της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, υποψήφιος βουλευτής της, πρώην δημοτικός σύμβουλος Καλλιθέας με την «Ελληνική Αυγή», συνδυασμό της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής, μάρτυρας υπεράσπισης του Μιχαλολιάκου και -σήμερα- υποστηρικτής όλων των προσπαθειών του καταδικασμένου για την διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης ναζιστή Ηλ. Κασιδιάρη να επανενταχθεί στην πολιτική σκηνή.

Το συγκεκριμένο κλητήριο θέσπισμα θεωρεί ότι οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί «ναζιστική και εγκληματική» για την εγκληματική οργάνωση Χρ. Αυγή και τα στελέχη της, συνιστούν γεγονότα ψευδή που προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του στελέχους της Χρ. Αυγής μηνυτή. Η εξέλιξη είναι άκρως επικίνδυνη, καθώς το κλητήριο θέσπισμα ουσιαστικά ποινικοποιεί την πολιτική δράση και την ιδεολογική αντιπαράθεση με τους φασίστες – ναζιστές και μάλιστα την ποινικοποιεί ως έκφραση μέσα στο πλαίσιο του πολιτικού θεσμού του Δημοτικού Συμβουλίου. Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη άποψη που υιοθετεί το κλητήριο θέσπισμα έρχεται σε πρωτοφανή αντίθεση με την νομική σκέψη της πρωτοβάθμιας απόφασης του 5μελούς Εφετείου Κακουργημάτων που καταδίκασε την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής αυγής και επιχειρεί να ποινικοποιήσει την άσκηση πολιτικής κριτικής σε βάρος του άνω ναζιστικού μορφώματος .

Ένας ακόμη λόγος που αυτή η εξέλιξη μάς ανησυχεί ιδιαίτερα, είναι ότι οι Δημοτικοί Σύμβουλοι κλήθηκαν σε δίκη για την παραπάνω πράξη της πολιτικής καταδίκης της ναζιστικής δράσης και ιδεολογίας, σε μια περίοδο που η δίκη της εγκληματικής οργάνωσης διεξάγεται σε δεύτερο βαθμό. Μια δίκη που ξεκίνησε με τους ναζιστικούς χαιρετισμούς «συνηγόρων» υπεράσπισης στο δικαστήριο, με συνεχείς προκλήσεις, όπως των Κασιδιάρη και Λαγού, αλλά και τις χυδαίες και προκλητικές επιθέσεις Λαγού προς τη μητέρα του δολοφονημένου από τη Χρυσή Αυγή Παύλου Φύσσα. Ακόμη εξελίχθηκε σε μία περίοδο έντονων διεργασιών στον ακροδεξιό και ναζιστικό χώρο, με πολλές απόπειρες του καταδικασμένου στελέχους της Χρ. Αυγής Ηλ Κασιδιάρη, γεγονός που εν τέλει πέτυχε μέσα από την κάλυψη του νέου ναζιστικού μορφώματος «Σπαρτιάτες».

Ο κάθε καλοπροαίρετος νομικός ύστερα από όσα αποδείχτηκαν κατά τη διάρκεια της Δίκης της Χρυσής Αυγής, έχει αντιληφθεί ότι η ναζιστική ιδεολογία αποτελεί την βάση συγκρότησης αυτής της εγκληματικής οργάνωσης. Επίσης κάθε άνθρωπος με στοιχειώδη γνώση της σύγχρονης ιστορίας γνωρίζει τα δεινά που έφερε στην ανθρωπότητα ο ναζισμός και κάθε άνθρωπος που στοιχειωδώς μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι του σήμερα γνωρίζει ότι η ανθρωπότητα δεν έκλεισε τους λογαριασμούς της με τον φασισμό αλλά πάντα υπάρχει ο κίνδυνος αναβίωσής του.

Η νομική αντίδραση του γραφείου μας αμέσως μετά την επίδοση του απαράδεκτου αυτού κλητηρίου θεσπίσματος στους 38 (!) κατηγορούμενους Δημοτικούς Συμβούλους ήταν άμεση. Μολονότι στην συνήθη πρακτική οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν συνηθίζουμε να ασκούμε το εν λόγω ένδικο μέσον, επειδή σπανίως γίνεται δεκτό από τις Εισαγγελικές αρχές, επιλέξαμε να ασκήσουμε άμεσα προσφυγή του άρθρου 322 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στην Εισαγγελία Εφετών κατά του απαράδεκτου αυτού κλητηρίου θεσπίσματος. Με αυτήν, αναλύσαμε όλο το νομικό σκεπτικό μας και ζητήσαμε να ακυρωθεί το άνω κλητήριο θέσπισμα και να παύσει άμεσα η συγκεκριμένη ποινική δίωξη, πριν φτάσει στο ακροατήριο.

Η επιληφθείσα Εισαγγελέας Εφετών εξέδωσε απόφαση- πρόταση με την οποία έκανε δεκτή την άνω προσφυγή των κατηγορουμένων και πρότεινε προς το Συμβούλιο Πλημ/κών την απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων και την παύση της ποινικής δίωξης. Σε συνέχεια, το άνω συμβούλιο έκανε δεκτή την άνω πρόταση και εξέδωσε απαλλακτικό βούλευμα για τους 38 κατηγορουμένους.

Το νομικό σκεπτικό για την παύση της ποινικής δίωξης υιοθετεί τις εξής παραδοχές:

1. Χαρακτηρίζει τον όρο “μέλος της Χρυσής Αυγής” που χρησιμοποιεί το Δημοτικό Συμβούλιο ως γεγονός μεν, το οποίο όμως είναι αληθές και όχι ψευδές και ως εκ τούτου εντάσσει την πράξη στο αδίκημα της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμισης, το οποίο έχει υποπέσει σε παραγραφή με βάση τον  Ν. 4689/2020.

2. Για τους δε χαρακτηρισμούς “ναζί, φασίστας, ρατσιστής, υμνητής του Χίτλερ κλπ”, το σκεπτικό της απόφασης απαλλαγής τους κρίνει ως προσωπικούς – πολιτικούς χαρακτηρισμούς στο πλαίσιο άσκησης πολιτικής κριτικής και όχι γεγονότα και τα εντάσσει ως εκ τούτου στο αδίκημα της εξύβρισης το οποίο έχει υποπέσει σε παραγραφή με βάση τον Ν. 4689/2020 και ως εκ τούτου διατάσσει την απαλλαγή των κατηγορουμένων.

Ευγενία Κατρή