Στην εκτεταμένη τροποποίηση της Πολιτικής Δικονομίας με τον ν 4335 /2015 μαζί με άλλες απαράδεκτες αλλαγές (κυρίως στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης) εφαρμόστηκε στην τακτική διαδικασία και η κατάργηση της εξέτασης των μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου και η αντικατάσταση της εξέτασης αυτής με ένορκες βεβαιώσεις. Οι ένορκες βεβαιώσεις συντάσσονται από τον Δικηγόρο και υπογράφονται από τον μάρτυρα στο Ειρηνοδικείο ή ενώπιον του Συμβολαιογράφου.
Με τον τρόπο αυτό καταργείται η δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων στον μάρτυρα από το Δικαστήριο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων. Έτσι τα ουσιώδη προς απόδειξη ζητήματα παραμένουν σκοτεινά και αναπόδεικτα. Για οποιονδήποτε έχει την παραμικρή δικαστηριακή εμπειρία γνωρίζει ότι ο μάρτυρας σπανίως αντιλαμβάνεται σε όλη του την έκταση, το νόημα μιας γραπτής κατάθεσης, ενώ αντιθέτως με την υποβολή ερωτήσεων σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα και ο ίδιος αντιλαμβάνεται τα ερωτώμενα θέματα αλλά κυρίως δίνεται η ευκαιρία στο Δικαστήριο να σταθμίσει την αξιοπιστία του, αξιολογώντας τις τυχόν αντιφάσεις του, την αμεσότητα ή μη των απαντήσεών του, την σαφήνεια αυτών κλπ.
Επομένως κάθε σκέψη για διεύρυνση του άνω αποδεικτικού μέτρου, το οποίο υποβαθμίζει την δυνατότητα ανεύρεσης της αλήθειας και επομένως απόδοσης δικαίου είναι απαράδεκτη. Αυτό το αναφέρω γιατί στην πρόσφατη Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων στη Χίο διαμορφώθηκε η άποψη στο πλαίσιο της επιδίωξης της αύξησης της Δικηγορικής ύλης ότι, θα επιτρέπεται η υποβολή γραπτών ερωτήσεων από τον δικηγόρο της αντίθετης πλευράς προς τον μάρτυρα. Αντί λοιπόν οι Δικηγορικοί Σύλλογου να προσανατολιστούν στην κατάργηση ενός αποτυχημένου μέτρου, τσιμπάνε το δόλωμα της αύξησης της δικηγορικής ύλης και συναινούν στην διεύρυνση αυτού. Ωστόσο η κατάργηση ουσιαστικά της εμμάρτυρης απόδειξης και η υποκατάστασή της από καθοδηγούμενες καταθέσεις προσβάλλει κατάφωρα την αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αυτό το αντιλαμβάνεται πλέον ξεκάθαρα ο κάθε δικηγόρος.
Επιπροσθέτως η διαδικασία των ενόρκων βεβαιώσεων ουσιαστικά καταστρατηγεί την διάταξη του Συντάγματος περί δημοσιότητας της Δίκης που προβλέπεται από το αρ. 93 αυτού, αφού η διεξαγωγή τους γίνεται σε κάποια γραφεία δίχως την παρουσία κοινού.
Επομένως δεν θα πρέπει να συναινέσουμε σε ένα μέτρο που σκοπεύει, να ρίξει ακόμη περισσότερο την ποιότητα της απονομής της Δικαιοσύνης αλλά αντιθέτως πρέπει να προταχθεί η αναγκαιότητα κατάργησης των ενόρκων βεβαιώσεων, ως βασικό αποδεικτικό μέσον και η ανάγκη επαναφοράς της εξέτασης των μαρτύρων ενώπιον του εισηγητή Δικαστή.
Βασιλική Μαρίνη
