Ακύρωση διαταγής πληρωμής λόγω αοριστίας οφειλής και λόγω μη προσδιορισμού του εφαρμοζόμενου επιτοκίου.
Απόφαση 129/2023 του Μον. Πρωτ. Κυπαρισσίας
Διάδικοι στην υπόθεση αυτή ήσαν πρωτοφειλέτρια εταιρεία και εγγυητές μέλη αυτής κατά της INTRUM. Την υπόθεση χειρίστηκε το συνεργαζόμενο γραφείο Βασιλικής Μαρίνη μαζί με άλλους συναδέλφους του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας (Βασιλόπουλο – Αθανασοπούλου)
Η άνω υπόθεση έχει ως εξής: Κατά της διαταγής πληρωμής με αρ 14/2019 του Μον. Πρωτ. Κυπαρισσίας ασκήσαμε ανακοπή κα μεταξύ άλλων λόγων ανακοπής προβάλαμε και τον εξής:
Επικαλεσθήκαμε ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ανεκκαθάριστη και αβέβαιη καθόσον είναι άκυρος και καταχρηστικός, ως αντικείμενος στις διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 6 N. 2251/1994 και 281 AK, καθώς και στην αρχή της διαφάνειας και της μη εφαρμογής της μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, ο όρος της ένδικης σύμβασης περί καθορισμού επιτοκίου, αφού σε αυτόν δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το επιτόκιο τον δανείου, με αποτέλεσμα να μην δύναται να προσδιοριστεί το ακριβές ύψος της οφειλής και να μην αποδεικνύεται εγγράφως η απαίτηση της δανείστριας, για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός κρίθηκε επαρκώς ορισμένος, απορριπτόμενου ως νόμω αβάσιμού του ισχυρισμού της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ΙNTRUM περί αοριστίας του, αφού δεν πλήττει το λογιστικό υπόλοιπο της επιδικασθείσας απαίτησης, ώστε να πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια της διαταγής πληρωμής και της επιταγής, αλλά πλήττει το κύρος του σχετικού συμβατικού όρου, η εφαρμογή του οποίου οδήγησε στη διαμόρφωση της οφειλής των ανακοπτόντων κατά τρόπο παράνομο. Επίσης ο άνω λόγος κρίθηκε νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού της απόφασης η οποία επί λέξει έχει ως εξής: «Κατά τη διάταξη τον άρθρ. 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος τον καταναλωτή. Συνεπώς, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός τέτοιον όρου, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αυτός είναι αντίθετος με κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ (άρθρ. 2 παρ. 7 Ν. 2251/1994) που θεωρούνται «PER SE» καταχρηστικοί και άρα άκυροι, δηλαδή χωρίς να απαιτείται ως προς αυτούς η ύπαρξη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας (ΑΠ 1332/2012 και ΑΠ 904/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα τον ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 561/2014 και ΑΠ 1219/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). H ως άνω ρύθμιση αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής το άρθρο 281 AK, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση τον δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Βεβαίως, δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη τον ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν καθοδηγητικό χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη τον σκοπού και της διατήρησης της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες τον πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. H καθοδηγητική λειτουργία διαταράσσεται όταν με το περιεχόμενο τον γενικού όρου συναλλαγών αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες τον ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή ή επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται η ματαίωση τον σκοπού της. Ως εκ τούτου, για να κριθεί αν ένας γενικός όρος συναλλαγών διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία και συνεπώς είναι άκυρος ως καταχρηστικός γίνεται αξιολογική στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και εκτιμώνται οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΟλΑΠ 6/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, λαμβάνονται υπόψη, εκτός από την ανάγκη προστασίας του κατά τεκμήριο ασθενέστερου καταναλωτή, η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της, όπως ο εξειδικευμένος ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, η εξοικείωση του πελάτη με τις σχετικές συναλλαγές, το μορφωτικό και πνευματικό του επίπεδο, οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται και η δυνατότητα αντιμετώπισης τους, καθώς επίσης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 561/2014, 1495/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Παράλληλα, ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση τον όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση τον κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος, και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης τον κινδύνου με δικές του ενέργειες. Επιπλέον, το δίκαιο των «ΓΟΣ» διέπεται από την αρχή της διαφάνειας, ήτοι οι όροι πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α΄, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για οφειλή από δανειακή σύμβαση, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η δανειακή σύμβαση, η κίνηση του τηρηθέντος σχετικά λογαριασμού, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού (ΑΠ 1421/2013 NOB 2014.477, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 1352/2011 και ΑΠ 1501/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει κατ’ άρθρ. 628 ΚΠολΔ να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, ενώ αν, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή τον οφειλέτη κατά τα άρθρ. 632 και 633 ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2015 NoB 2016.1159). H ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 10/97 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).»
Τέλος στον ελάσσονα συλλογισμό της η άνω απόφαση αναφέρει επί λέξει τα εξής;
«Ειδικότερα, στον όρο 5 της ως άνω σύμβασης ορίζεται ότι ο πιστούχος υποχρεούται να καταβάλλει τόκο υπολογιζόμενο τοκαριθμικά, με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, πού αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο της αντίστοιχης κατηγορίας δανείων/πιστώσεων της Τράπεζας πλέον της συμφωνηθείσας πιο πάνω προσαύξησης, των φόρων και των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις και νόμους. Εξάλλου, σύμφωνα με τον όρο 10 της ίδιας σύμβασης, το ως άνω Βασικό Επιτόκιο συμφωνήθηκε ότι θα μεταβάλλεται οποτεδήποτε από την Τράπεζα μέσα στα πλαίσια των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας τον χρήματος, κατά την κρίση της, ειδικότερα, δε, μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου Ευρώ/Ξένου Νομίσματος θα πραγματοποιείται: α) Όταν μεταβάλλεται το Ελάχιστο Επιτόκιο Προσφοράς για πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της E.K.T. η μεταβολή τον Βασικού Επιτοκίου δεν θα μπορεί να είναι μεγαλύτερη τον διπλάσιου της μεταβολής τον εν λόγω επιτοκίου, β) Όταν μεταβάλλεται η νομοθεσία και οι κανονισμοί των Αρχών πού διέπουν τις Τράπεζες και τις συναλλαγές στο εκάστοτε νόμισμα. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, οι προαναφερόμενοι γενικοί όροι συναλλαγών της σύμβασης περί καθορισμού τον επιτοκίου (συμβατικού και υπερημερίας) προσκρούουν στις διατάξεις τον Ν. 2251/1994 και τον άρθρ. 281 AK, διότι καθιστούν την οφειλή αόριστη, εφόσον παραλείπουν να προσδιορίσουν κατά τρόπο σαφή το εφαρμοζόμενο για την επίδικη οφειλή επιτόκιο και δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της οφειλής με κριτήρια ειδικά προκαθορισμένα στη σύμβαση. Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, κατά παράβαση της αρχής της διαφάνειας, οι εν λόγω όροι δεν επέτρεψαν στους δανειολήπτες-αιτούντες-ανακόπτοντες να προβλέψουν τις ενδεχόμενες αναπροσαρμογές της πίστωσης και να εκτιμήσουν το μέγεθος των οικονομικών υποχρεώσεων που αναλάμβαναν. Συνεπώς, οι επίδικοι συμβατικοί όροι, επιβαλλόμενοι μονομερώς από τη δικαιοπάροχο της καθ’ ης η ανακοπή, διαταράσσουν την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος των ανακοπτόντων (αρ 6 παρ. 2 Ν. 2251/1994), εφόσον τα κριτήρια με τα οποία καθορίζουν το ύψος τον επιτοκίου (τόσο τον συμβατικού όσο και τον υπερημερίας) απόκεινται στη διακριτική ευχέρεια τον πιστωτικού ιδρύματος, με αποτέλεσμα να είναι καταχρηστικοί και, άρα, άκυροι. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, συνάγεται ότι η διαμόρφωση της ένδικης οφειλής των ανακοπτόντων, πού ανέρχεται στο ποσό των 103.029,30 ευρώ (πλέον τόκων και εξόδων) και για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είναι αποτέλεσμα, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, εφαρμογής των ανωτέρω άκυρων γενικών όρων συναλλαγών, το δε ύψος της παράνομης χρέωσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τον τηρούμενο για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμό και τις εγγραφές της καθ’ ης σε αυτόν, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση της καθ’ ης μη εκκαθαρισμένη κατά τη διάταξη τον άρθρ. 624 ΚΠολΔ. Και τούτο, καθόσον στα προσκομιζόμενα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αποσπάσματα δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους παρανόμως υπολογισθέντων ποσών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός της παράνομης επιβάρυνσης των ανακοπτόντων (προς το σκοπό της μερικής ακύρωσης της διαταγής πληρωμής), με αποτέλεσμα να μην δύναται να αποδειχθεί εν γένει η ακριβής ποσότητα της απαίτησης, αλλά υπάρχει αμφιβολία για το ύψος αυτής, καθισταμένης της απαίτησης μη εκκαθαρισμένης στο σύνολο της.
Συνακόλουθα, πρέπει δεκτού γενομένου του τρίτου λόγου των ανακοπών και παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων και των πρόσθετων λόγων να γίνουν δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες οι κρινόμενες ανακοπές και να ακυρωθεί η με αριθμό 14/2019 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του παρόντος δικαστηρίου και η από 3-4-2019 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας πρώτου αντιγράφου του υπ’ αριθμ. 15/2019 πρώτου απογράφου εκτελεστού. Τέλος πρέπει να απορριφθούν οι ασκηθείσες αυτοτελώς πρόσθετες παρεμβάσεις και να επιβληθούν τα έξοδα των ανακοπτόντων, λόγω της νίκης τους (αρ. 182 ΚΠολΔ) σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό».
