Στο Ελληνικό Δίκαιο έχουν γίνει αλλεπάλληλες προσπάθειες για την εφαρμογή του θεσμού της διαμεσολάβησης δίχως θετικά μέχρι σήμερα αποτελέσματα. Το έτος 2019 με το ν. 4640/2019 ο συγκεκριμένος θεσμός εισήχθη στην έννομη τάξη της Χώρας με στοιχεία υποχρεωτικότητας.
Σύμφωνα με το νόμο αυτό, για όλες τις υποθέσεις που επιδέχονται συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ο δικηγόρος του ενάγοντα έχει υποχρέωση να καταθέτει με το δικόγραφο της αγωγής ή με τις προτάσεις του, έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι ενημέρωσε τον πελάτη του για την δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς του, με διαμεσολάβηση.
Για υποθέσεις που αφορούν σε οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α`, β` και γ` της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ. και για διαφορές του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, για ποσό άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ καθώς επίσης και για τις διαφορές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική, τουλάχιστον κατά την πρώτη συνεδρία της. Στην συνεδρία αυτή η οποία συνήθως γίνεται εντελώς τυπικά πιστοποιείται η αποτυχία της διαμεσολάβησης και η Δίκη πλέον είναι δυνατόν να συνεχιστεί.
Τα στατιστικά από το έτος 2019 μέχρι σήμερα αποδεικνύουν την απόλυτη αποτυχία του θεσμού .
Αν οι διάδικοι αποδέχονται την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, δεν υπάρχει καμία ανάγκη να επιστρατευτεί κάποιο τρίτο άτομο που δεν έχει ιδέα από την διαφορά και να λύσει αυτή. Αντιθέτως οι δικηγόροι των διαδίκων μπορούν να καταστρώσουν το σχέδιο συμβιβασμού των δύο πλευρών, το οποίο μετά από διαπραγματεύσεις θα δεχτούν, εφ όσον το επιθυμούν, οι διάδικοι και έτσι θα επιτευχθεί συμβιβασμός, δικαστικός ή εξώδικος.
Ο θεσμός της διαμεσολάβησης είναι ένα ακόμα εμπόδιο που παρεμβάλει η Πολιτεία στην πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη. Αυξάνει το κόστος του ενάγοντα με το κόστος της πρώτης συνεδρίας η οποία γίνεται εντελώς εικονικά μόνο και μόνο για να συνταχθεί το αναγκαίο έγγραφο αποτυχίας της διαμεσολάβησης και να προχωρήσει η Δίκη. Επίσης είναι ένα ακόμα γραφειοκρατικό εμπόδιο, το οποίο συχνά εμποδίζει την πρόοδο της δίκης, αν τύχει και ξεχάσει ο Δικηγόρος να καταθέσει στις προτάσεις του, το έγγραφο ενημέρωσης προς τον πελάτη του για την δυνατότητα διαμεσολάβησης ή αν δεν έχει ακολουθηθεί η υποχρεωτική πρώτη συνεδρία, όπου αυτή απαιτείται. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις κατά τις οποίες, επειδή ο Δικηγόρος παρέλειψε να προσκομίσει στις προτάσεις του το έγγραφο της ενημέρωσης του πελάτη για την δυνατότητα διαμεσολάβησης στο Δικαστήριο, να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα απίστευτη καθυστέρηση και δαπάνη της όλης διαδικασίας, δίχως να υπολογίζουμε το άγχος του συνηγόρου που χρεώνεται το λάθος του. Μάλιστα έχει παρατηρηθεί ότι Δικαστές έχουν κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση υπόθεσης γιατί δεν υπάρχει η υπογραφή όχι του εντολέα στο έντυπο αλλά η υπογραφή του δικηγόρου που ενημερώνει, ο οποίος το προσκομίζει και το επικαλείται στις προτάσεις του και επομένως από αυτό και μόνο συνάγεται ότι το προσυπογράφει. Πράγματα παρανοϊκά, που εξυπηρετούν κάποιους δικαστές να πετάξουν από πάνω τους μια υπόθεση για να την χρεωθεί ο επόμενος, δίχως να αναλογίζονται πόσο πρόβλημα δημιουργεί αυτή η συμπεριφορά στην καθημερινή μάχιμη δικηγορία, στον διάδικο αλλά και πόσο επιβαρύνει το όλο σύστημα της απονομής της Δικαιοσύνης αφού η ίδια υπόθεση θα ξανάρθει εκ νέου για συζήτηση. Γενικά, η ισχύουσα δικονομία δίνει την αίσθηση ότι συνιστά περισσότερο καψώνι προς δικηγόρους και διαδίκους και λιγότερο ένα πλαίσιο διατάξεων που σκοπό έχει να διευκολύνει την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη.
Βασιλική Μαρίνη
